Του πρ. Γεωργ. Κουγιουμτζόγλου – Από το βιβλίο “Λατρευτικό Εγχειρίδιο”

Το Μυστήριο τον Βαπτίσματος

  • α. Το νόημα του Μυστηρίου
  • Ή λέξη βάπτισμα σημαίνει τη βύθιση ενός αντικειμένου ολόκληρου μέσα στο νερό. και επειδή τα έμψυχα όντα μέσα στο νερό πνίγονται και επέρχεται ό θάνατος, γι’ αυτό στη βάπτιση χρειάζεται έγκαιρη επέμβαση στο βυθισμένο άνθρωπο πρίν πνιγεί.
    Ό «ναυαγοσώστης» του ανθρώπου είναι ό Θεάνθρωπο: Χριστός, ό όποιος μας έσωσε με το σταυρικό Του θάνατο (τη βύθιση Του στην «άβυσσο» του αδη, οπού βρισκόταν ό άνθρωπος) και την Ανάσταση Του (με την οποία ανέσυρε αναστημένο και τον άνθρωπο). Κατά τον ίδιο τρόπο συμμετέχοντες και εμείς, στο θάνατο και την Ανάσταση Του, υφιστάμεθα την τριπλή κατάδυση στη βάπτιση (τριήμερος ταφή) και ακολουθεί ή ανάδυση και ή ανάσταση μας, ή νέκρωση του παλαιού ανθρώπου ή αναγεννημένη πνευματικά καινή ζωή δια του Αγίου Πνεύματος και ή πολιτογράφηση μας στον ουρανό μεταξύ των ζώντων (Ίω. γ’, 4-7. Ρωμ. στ’, 3-9. έβρ. ιβ’, 23).
    Ή σωτηρία μας λοιπόν από το θάνατο της αμαρτίας είναι το αληθινό και πραγματικό νόημα του Μυστηρίου.
  • β. Ή σύσταση του Μυστηρίου
  • Το μυστήριο του Βαπτίσματος προεικονίστηκε και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Ό Κύριος επίσης συνομιλώντας με το Φαρισαίο Νικόδημο του είπε: «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος ου δύναται εισελθείν είς την βασιλείαν του Θεού» (Ίω. γ’, 5). Ή ίδρυση όμως και ή παράδοση του Μυστηρίου έγινε μετά την Ανάσταση, όταν είπε στους Αποστόλους Του: «Πορευθέντες μαθήτευσα τε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς είς το όνομα του Πα τρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. κη 19). Ό ίδιος ό Κύριος μίλησε και για την αναγκαιότητα του Βαπτίσματος με το παρά πάνω «ου δύναται εισελθείν.>> και με το «ό πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ό δε απι στήσας κατακριθήσεται» (Μαρκ. ιστ’, 16).
    Έκτοτε αυτή είναι ή πράξη των Αποστόλων και των διαδόχων τους’ ή «κατήχηση» και το «Βάπτισμα», με το όποιο οποιοσδήποτε εισέρχεται στην Εκκλησία Του, στην Κιβωτό της σωτηρίας.
  • γ. Τα αισθητά σημεία του Μυστηρίου
  • Τρία είναι τα αισθητά σημεία πού βλέπουμε και ακούμε (1) Το νερό, (2) Ή τριπλή κατάδυση και ανάδυση του βαπτιζομένου και (3) Τα λόγια του Ιερέα: «Βαπτίζεται ό δούλος του Θεού… εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
  • δ. Ή ειδική χάρη του Μυστηρίου
  • Με το άγιο Βάπτισμα μεταδίδεται στο βαπτιζόμενο:
    (1) Ή άφεση όλων των αμαρτιών, δηλ. ή απαλλαγή από το μολυσμό του προπατορικού αμαρτήματος καί, όταν ό βαπτιζόμενος είναι μεγάλης ηλικίας, των προσωπικών αμαρτιών. Γι’ αυτό μετά το Βάπτισμα, ανεξαρτήτως προηγουμένης ζωής μπορεί ό αναγεννημένος χριστιανός και να ιερωθεί.
    (2) Ή αναγέννηση, ή δικαίωση, ή υιοθεσία και ή δυνατότητα σωτηρίας. Ό βαπτισμένος έχει επανέλθει στην προπτωτική κατάσταση του «κατ’ εικόνα και καθ’ όμοίωσιν», εκτός της ροπής προς το κακό, το οποίο όμως υπερνικάται (όταν κανείς ζει και αγωνίζεται εντός της Εκκλησίας) και του φυσικού θανάτου, ό οποίος όμως δεν έχει άλλες συνέπειες, έφ’ όσον πλέον ό άνθρωπος μεταβαίνει με αυτόν τον φυσικό θάνατο στη ζωή (την αιώνιο). Ή βάση της άγιότητας τέθηκε. Υπολείπεται ή ενεργός, ή προσωπική συμμετοχή του καθενός, για να γίνει «κατά χάριν Θεός».
  • ε. Οι προϋποθέσεις του Βαπτίσματος
  • Σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου (Μαρκ. ιστ’, 16), προυπόθεση του βαπτίσματος είναι ή πίστη μας στο πρόσωπο του Χριστού, χωρίς να την ανταλλάσσουμε ούτε με χρήματα, ούτε με φιλίες, ούτε και μ’ αυτή τη ζωή μας, όπως έκαναν οι Μάρτυρες της Εκκλησίας.
    Ή πίστη αυτή περιλαμβάνει κυρίως τρία σημεία:
    (1) Την απόταξη του Σατανά, την απομάκρυνση του πιστού από κάθε τι το σατανικό. Σ’ αυτό συντελεί και ό εξορκισμός του Σατανά πού γίνεται πρίν από τη Βάπτιση.
    (2) Τη σύνταξη του πιστού με τον Χριστό. Τη στροφή δηλαδή της σκέψεως, των πράξεων, της αγάπης και ολόκληρης της ζωής προς τον Χριστό.
    (3) Την προσκύνηση και τη λατρεία του Χριστού.
  • στ. Ή προσωπική συμμετοχή στο Βάπτισμα.
  • Τα Μυστήρια δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν λογικά, αλλά κατανοούνται βιωματικά οι ενέργειες του Θεού πού απορρέουν από κάθε Μυστήριο. Ή γνώση του Μυστηρίου δεν εξαρτάται από τη διανοητική ικανότητα του άνθρωπου, αλλά από την αγάπη του Θεού. «Δεν Τον έζητήσαμε, αλλά μας έζήτησε» λέγει ό Αγιος Καβάσιλας και συνεχίζει «το πρόβατο δεν έζήτησε τον ποιμένα, αλλά ό ποιμήν το πρόβατο». Όλα προέρχονται από τον Θεό. Αυτό γίνεται και με το μικρό παιδί πού βαπτίζεται, το οποίο μάλιστα δεν προβάλλει συνειδητή αντίδραση στη χάρη του Θεού. Ή συνειδητή, βέβαια, συμμετοχή του μικρού παιδιού και ή αντιληπτική του ικανότητα είναι μικρότερη ή μηδαμινή, Αλλά αυτό δεν έχει σημασία και γιατί ή πρωτοβουλία ανήκει στον Θεό και γιατί και μεγάλο να ήταν το παιδί ή άνδρα: ή αντιληπτική του ικανότητα και πάλι θα βρισκόταν σε πλήρη δυσαναλογία σχετικά με το ακατανόητο και άρρητο αποτέλεσμα του ιερού Μυστηρίου.
    Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους ή Όρθ. Έκκλησία βαπτίζει νήπια και πιστεύει ότι αύτη είναι ή ορθή πρα ξη και αυτό είναι το θέλημα του Χριστού (Ματθ. ιθ’, 14-15).
  • ζ. Ό Νηπιοβαπτισμός
  • Στήν αρχαία Εκκλησία οι άνθρωποι βαπτίζονταν σε ό ποια ηλικία προσέρχονταν στην πίστη. Αυτό όμως δεν ση μαίνει ότι δε βαπτίζονταν νήπια. Οταν οι γονείς πίστευαν στον αληθινό Θεό, ολόκληρη ή οικογένεια βαπτιζόταν άρα και τα νήπια. Ήταν αδιανόητο ή Εκκλησία να απέκλειε τα νήπια από τη σωτηρία, έφ’ όσον ό Χριστός τα έκάλεσε και τα ευλόγησε (Ματθ. ιθ’, 14-15). Ό Αγιος Ειρηναίος (150 μ.Χ.) μαρτυρεί ότι ό νήπιοβαπτισμός ήταν συνηθισμένη πράξη της Εκκλησίας, ενώ ό “Αγιος Κυπριανός (250 μ.Χ.) παρατηρεί ότι τα παιδιά πρέπει να αξιούνται της χάριτος του Βαπτίσματος. Το ίδιο προσθέτει και ό “Αγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος, ότι τα παιδιά πρέπει να βαπτίζονται σε νηπιακή ηλικία.
    Σέ περίπτωση κινδύνου ενός αβαπτίστου, ή Εκκλησία αναγνωρίζει το «αεροβάπτισμα», το όποιο μπορεί να τελέσει οποιοσδήποτε ορθόδοξος. Σ’ αυτή την περίπτωση υψώνουμε τρεις φορές το παιδί – βρέφος λέγοντας: Βαπτίζεται ό δούλος του Θεού… είς το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εάν το παιδί επιζήσει, το Βάπτισμα τελείται κανονικά από Ιερέα.
    Τα νήπια πού πεθαίνουν αβάπτιστα, μερικοί Πατέρες υποστηρίζουν ότι θα βρίσκονται σε «μέση κατάσταση» ούτε θα δοξάζονται, ούτε θα κολάζονται. Ή Άγία Γραφή δε σημειώνει τίποτε σχετικό, γι’ αυτό ή πλήρης αποκάλυψη του προβλήματος μας επιφυλάσσεται στην άλλη ζωή.